ἑστιάσεις

ἑστιάσεις
ἑστιά̱σεις , ἑστίασις
feasting
fem nom/voc pl (attic epic)
ἑστιά̱σεις , ἑστίασις
feasting
fem nom/acc pl (attic)
ἑστιά̱σεις , ἑστιάω
receive at one's hearth
aor subj act 2nd sg (attic epic doric)
ἑστιά̱σεις , ἑστιάω
receive at one's hearth
fut ind act 2nd sg (attic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ГЕСТИАСИИ —    • Έστιάσεις,          большие угощения народа в Афинах, производившиеся в известные праздники и при случае жертвоприношений, на средства казны (см. Θεωρικόν, Теорикон). В период вырождения они, в соединении с другими расходами на развлечение и …   Реальный словарь классических древностей

  • РУССКИЙ УКАЗАТЕЛЬ СТАТЕЙ — Абант Άβας Danaus Абанты Άβαντες Абарис Άβαρις Абдера Abdera Абдулонома Абдул Abdulonymus Абелла Abella Абеллинум Abellinum Абеона Abeona Абидос или Абид… …   Реальный словарь классических древностей

  • εστιατήριον — ἑστιατήριον, τὸ (Α) τόπος καθορισμένος για να γίνονται οι εστιάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού εστιατόριον αναλογικώς προς τα ουσ. σε τήριον (πρβλ. εργασ τήριον)] …   Dictionary of Greek

  • εστιατόριο — το (ΑΜ ἑστιατόριον, Α και ἑστιατόρειον και ιων. ἱστιητόριον και ροδ. ἱστιατόριον) νεοελλ. 1. αίθουσα φαγητού, τραπεζαρία 2. ξενοδοχείο φαγητού, ρεστωράν, μαγειρείο, ταβέρνα αρχ. ο τόπος όπου γίνονται οι εστιάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Προέρχεται από το… …   Dictionary of Greek

  • ευτράπεζος — εὐτράπεζος, ον (ΑΜ) αυτός που έχει καλό τραπέζι, που κάνει μεγαλοπρεπείς εστιάσεις, ο φιλόξενος αρχ. 1. αβροδίαιτος, μαλθακός 2. αυτός που συντελεί στην προμήθεια πολυτελών, ακριβών εδεσμάτων («ἡ θάλαττα παρέχει τὴν ἀγορὰν εὐτράπεζον», Πλούτ.).… …   Dictionary of Greek

  • φιλεστιάτωρ — και φιλοεστιάτωρ ορος, ὁ, Α αυτός που αγαπά τις εστιάσεις, τα γεύματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + ἑστιάτωρ «αυτός που παραθέτει γεύμα»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”